ἐρίδματος

ἐρί-δμᾱτος, ον, (δέμω)
A strongly-built, i.e. immovable, unconquerable,

ἔρις ἐ. A.Ag.1461

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίδματος — ἐρίδματος, ον (Α) 1. ο ισχυρά, στερεά κτισμένος 2. ο ακατάβλητος («ἔρις ἐρίδματος» η ακατάβλητη έριδα ή, κατά διαφορετική ερμηνεία, η έριδα που καταβάλλει πάρα πολύ, Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + δματος (δέμ ω)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρίδματος — ἐρίδμᾱτος , ἐρίδματος strongly built masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.